κεῖα: καθάρματα, Hsch. ; cf.κήϊα.κειάμενος,κείαντες, v.καίω.κειανθί: καίοντες, Id.κεῖθεν,κεῖθι, v.ἐκεῖθεν, ἐκεῖθι.κείθιον, v.κηθίς.
κεῖα:
Gloss
κεῖα: καθάρματα , Hsch. ; cf. κήϊα . κειάμενος , κείαντες , v. καίω . κειανθί: καίοντες , Id. κεῖθεν , κεῖθι , v. ἐκεῖθεν, ἐκεῖθι . κείθιον , v. κηθίς .