κειμήλι-ος,ον,
A. treasured up, πατὴρ . . ὅτῳ καὶ μήτηρ . . ἐν οἰκίᾳ κεῖνται κειμήλιοι
Pl. Lg. 931a
;κειμήλιον θέσθαι [τὸν θησαυρόν] ib. 913a .
treasured up
κειμήλι-ος,ον,
A. treasured up, πατὴρ . . ὅτῳ καὶ μήτηρ . . ἐν οἰκίᾳ κεῖνται κειμήλιοι
Pl. Lg. 931a
;κειμήλιον θέσθαι [τὸν θησαυρόν] ib. 913a .