κεκᾰδήσω,κεκάδοντο,κεκαδών,
A.
v. χάζομαι :—but forκεκαδήσομαι, v. κήδω :—forκεκαδδίχθαι, v. κάδδιχος .κεκαδμένος, v. καίνυμαι .
κεκᾰδήσω , κεκάδοντο , κεκαδών , v. χάζομαι :—but for κεκαδήσομαι , v. κήδω :—for κεκαδδίχθαι , v. κάδδιχος . κεκαδμένος , v. καίνυμαι .
κεκᾰδήσω,κεκάδοντο,κεκαδών,
A.
v. χάζομαι :—but forκεκαδήσομαι, v. κήδω :—forκεκαδδίχθαι, v. κάδδιχος .κεκαδμένος, v. καίνυμαι .