κεκλέᾰται,κεκλήατο,
A.
v. καλέω :—κέκλετο, v. κέλομαι .κέκληγα,part. κεκληγώς, v. κλάζω .κεκλίᾰται,κεκλῐμένος,κέκλῐτο, v. κλίνω .κέκλομαι,κεκλόμενος, v. κέλομαι .κέκλῠθι,κεκλῠτε, v. κλύω .
κεκλέᾰται , κεκλήατο , v. καλέω :— κέκλετο , v. κέλομαι . κέκληγα , part. κεκληγώς , v. κλάζω . κεκλίᾰται , κεκλῐμένος , κέκλῐτο , v. κλίνω . κέκλομαι , κεκλόμενος , v. κέλομαι . κέκλῠθι , κεκλῠτε , v
κεκλέᾰται,κεκλήατο,
A.
v. καλέω :—κέκλετο, v. κέλομαι .κέκληγα,part. κεκληγώς, v. κλάζω .κεκλίᾰται,κεκλῐμένος,κέκλῐτο, v. κλίνω .κέκλομαι,κεκλόμενος, v. κέλομαι .κέκλῠθι,κεκλῠτε, v. κλύω .