κεκμηώς,ότοςandῶτος, Ep.
pf. part.
Act. ofκάμνω.κέκνακεν: ὑπὸ κακῶν ἀπειρήκει, Hsch.
κεκμηώς , ότος and ῶτος , Ep. pf. part. Act. of κάμνω . κέκνακεν: ὑπὸ κακῶν ἀπειρήκει , Hsch.
κεκμηώς,ότοςandῶτος, Ep.
pf. part.
Act. ofκάμνω.κέκνακεν: ὑπὸ κακῶν ἀπειρήκει, Hsch.