κεκρυφάλιον[ᾰ],τό , Dim. of
κεκρύφαλος, Poll. 7.179 .
II. κεκρυφάλεος: ἀριστερόν( Aeol. ), AB 1095 .
κεκρυφάλιον [ ᾰ], τό , Dim. of κεκρύφαλος , Poll. 7.179 . κεκρυφάλεος: ἀριστερόν ( Aeol. ), AB 1095 .
κεκρυφάλιον[ᾰ],τό , Dim. of
κεκρύφαλος, Poll. 7.179 .
II. κεκρυφάλεος: ἀριστερόν( Aeol. ), AB 1095 .