κεκρύφαται [ῠ],
A.
v. κρύπτω .κέκτικε: τέτοκεν, Hsch.
κεκύθωσι [ῠ], v. κεύθω .κεκύκη: καμπύλη, Id.κέκυλτα: δῶρα τὰ τῇ χειρὶ ἑλκόμενα, Id.
κεκρύφαται [ῠ] , v. κρύπτω . κέκτικε: τέτοκεν , Hsch. κεκύθωσι [ῠ] , v. κεύθω . κεκύκη: καμπύλη , Id. κέκυλτα: δῶρα τὰ τῇ χειρὶ ἑλκόμενα , Id.
κεκρύφαται [ῠ],
A.
v. κρύπτω .κέκτικε: τέτοκεν, Hsch.
κεκύθωσι [ῠ], v. κεύθω .κεκύκη: καμπύλη, Id.κέκυλτα: δῶρα τὰ τῇ χειρὶ ἑλκόμενα, Id.