κελεβρά: λεπτὰ καὶ νεκρὰ κτήνη, Hsch.
κελεί̈ς: ἀξίνη, Id.κελένδρυον(-υνονId.),τό,
A. oaken beam, derived fromκελέων, δρῦςby Id., Phot. (who glosses it byκιχήσιππον).
oaken beam
κελεβρά: λεπτὰ καὶ νεκρὰ κτήνη, Hsch.
κελεί̈ς: ἀξίνη, Id.κελένδρυον(-υνονId.),τό,
A. oaken beam, derived fromκελέων, δρῦςby Id., Phot. (who glosses it byκιχήσιππον).