LSJκέραξGlossκέραξ , ακος , ὁ , = κέρας , in the senses θρίξ, τόξον, αἰδοῖον , Hsch.κέραξ,ακος,ὁ,A.= κέρας , in the sensesθρίξ, τόξον, αἰδοῖον, Hsch.ReferencesHsch.