LSJκερᾱτουργόςGlossκερᾱτουργός , όν , = κεραοξόος , Sch.D Il. 4.110 , EM 505.11 .κερᾱτουργός,όν,A.= κεραοξόος , Sch.D Il. 4.110 , EM 505.11 .ReferencesIl. 4.110EM 505.11