LSJἀγκοινίζωGlossἀγκοινίζω , = ἀγκαλίζω , dub. l. in Poll. 3.155 . ἀγκόλαι: ἀγκῶνες, Hsch.ἀγκοινίζω,A.= ἀγκαλίζω , dub. l. in Poll. 3.155 .ἀγκόλαι: ἀγκῶνες,Hsch.ReferencesPoll. 3.155Hsch.Related Lemmasἀγκόλαι: