κερδ-ίων,ον, gen.ονος, Comp. (with no Posit. in use), formed fromκέρδος,
A. more profitable; Hom. only neut., ἐμοὶ δέ κε κέρδιον εἴη
Il. 6.410
, or καί κεν πολὺ κέρδιον ἦεν
3.41
, cf. 7.28 ; ἦ μάλα τοι τόδε κ. ἔπλετο θυμῷ
Od. 20.304
: later in masc., οὔτοι ἅπασα κερδίων φαίνοισα πρόσωπον ἀλάθεια
Pi. N. 5.16
.
II. κέρδιστος,η,ον , Sup. ,most cunningorcrafty, Σίσυφος . . , ὃ κέρδιστος γένετ' ἀνδρῶν
Il. 6.153
.
2. of things,most profitable, A. Pr. 387 ; πρὸς τὸ κέρδιστον τραπείς
S. Aj. 743
.