κερέϊνος,
A. horned, Aq. , Sm. , Quint. Ps. 49(50).9 .κερεκόψαι: ἢ σχίσαι ξύλα, Hsch. (postκερουτιᾷ).κερητίζει: βασανίζει, Id.
horned
κερέϊνος,
A. horned, Aq. , Sm. , Quint. Ps. 49(50).9 .κερεκόψαι: ἢ σχίσαι ξύλα, Hsch. (postκερουτιᾷ).κερητίζει: βασανίζει, Id.