κερκίς,ίδος,ἡ,
A. weaver's shuttle, χαμαὶ δέ οἱ ἔκπεσε κ.
Il. 22.448
; χρυσείῃ κερκίδ' ὕφαινεν
Od. 5.62
, cf. S. Ant. 976 (lyr.), Pl. Cra. 388a ; ἱστοῖς κερκίδα δινεύουσα
E. Tr. 199
(lyr.); κερκίσιν ἐφεστάναι
Id. Hec. 363
; φωνὴ κερκίδος
S. Fr. 595
;κερκίδος ὕμνοιςib. 890 (lyr.); κερκίδος ἀοιδοῦ
E. Fr. 523
(lyr.): metaph.,μήδεα ἀδαμαντίναις ὑφαίνεται κερκίσιν αἶσα Lyr.Adesp.ap. Stob. 1.5.11 .
II. any taper rod, of wood, ivory, etc.; as,
1. peg, pin, used to rivet theμεσάβοιονto theζυγός, Poll. 1.252 :hair-pinorcomb, A.R. 3.46 .