κερουχίς,ίδος, pecul. fem. of sq.,
A.
αἶγες
Theoc. 5.145
(κερουλίδες,αἱ οὖλα κέρατα ἔχουσαι,κερουλκίδες,αἱ ὑπὸ τῶν κεράτων ἑλκόμεναιvv.ll. ap. Sch.).
κερουχίς , ίδος , pecul. fem. of sq., αἶγες Theoc. 5.145 ( κερουλίδες , αἱ οὖλα κέρατα ἔχουσαι , κερουλκίδες , αἱ ὑπὸ τῶν κεράτων ἑλκόμεναι vv.ll. ap. Sch.).
κερουχίς,ίδος, pecul. fem. of sq.,
A.
αἶγες
Theoc. 5.145
(κερουλίδες,αἱ οὖλα κέρατα ἔχουσαι,κερουλκίδες,αἱ ὑπὸ τῶν κεράτων ἑλκόμεναιvv.ll. ap. Sch.).