κερτομ-ία,ἡ,
A. mockery, in pl., κερτομίας ἠδ' αἴσυλα μυθήσασθαι
Il. 20.202
, 433 ; κερτομίας καὶ χεῖρας ἀφέξω
Od. 20.263
.
mockery
κερτομ-ία,ἡ,
A. mockery, in pl., κερτομίας ἠδ' αἴσυλα μυθήσασθαι
Il. 20.202
, 433 ; κερτομίας καὶ χεῖρας ἀφέξω
Od. 20.263
.