κερχν-όω,aor. inf. κερχνῶσαι: καταστίξαι καὶ οἷον τραχῦναι, Hsch.
A.
s.v. κατακερχνοῦται .
κερχν-όω , aor. inf. κερχνῶσαι: καταστίξαι καὶ οἷον τραχῦναι , Hsch. s.v. κατακερχνοῦται .
κερχν-όω,aor. inf. κερχνῶσαι: καταστίξαι καὶ οἷον τραχῦναι, Hsch.
A.
s.v. κατακερχνοῦται .