κέω,
A.
v. κείω .κεώδης: καθαρός, andκεώσατο: καθήρατο, Hsch. ; cf.κηώδης, κήϊα.κεῶεν ὄζει: εὐωδεῖ, Id. (Neut. ofΚεώεις
= κηώεις. )
κέω , v. κείω . κεώδης: καθαρός , and κεώσατο: καθήρατο , Hsch. ; cf. κηώδης, κήϊα . κεῶεν ὄζει: εὐωδεῖ , Id. (Neut. of Κεώεις = κηώεις. )
κέω,
A.
v. κείω .κεώδης: καθαρός, andκεώσατο: καθήρατο, Hsch. ; cf.κηώδης, κήϊα.κεῶεν ὄζει: εὐωδεῖ, Id. (Neut. ofΚεώεις
= κηώεις. )