κῆδ-ος, Dor.
κᾶδος,εος,τό, (κήδω)
A. care about, c.gen.,τῶν ἄλλων οὐ κῆδοςthe othersdonotmatter, Od. 22.254 .
2. anxiety, grief, Il. 13.464 , al. (v. infr. 11 ): mostly in pl.,troubles, Ἀργείοισι πολύστονα κήδε' ἐφῆκεν
Il. 1.445
; Τρώεσσι δὲ κήδε' ἐφῆπται ἐκ Διός
2.69
; ὅς' ἐμῷ ἔνι κ. θυμῷ
18.53
, cf. Od. 4.108 ; ὁππόσα κήδε' ἀνέτλης
14.47
.
b. esp. for the dead,funeral rites, mourning, πατέρι δὲ γόον καὶ κήδεα λυγρὰ λεῖπ'
Il. 5.156
, etc.; θάνατος καὶ κ.
4.270