κηθεῖν: βοηθεῖν, andκηθοί: βοηθοί, Hsch. ; cf.κέαθοι.κήθευον: συνεπορεύοντο, Id.κῆθι,
A.
v. ἐκεῖθι .
κηθεῖν: βοηθεῖν , and κηθοί: βοηθοί , Hsch. ; cf. κέαθοι . κήθευον: συνεπορεύοντο , Id. κῆθι , v. ἐκεῖθι .
κηθεῖν: βοηθεῖν, andκηθοί: βοηθοί, Hsch. ; cf.κέαθοι.κήθευον: συνεπορεύοντο, Id.κῆθι,
A.
v. ἐκεῖθι .