κήμιψ: φλὲψ γεώδης(-ῶδεςcod.)ἐν πέτραις(μέτρ- cod.), Hsch.
κήμιψ:
Gloss
κήμιψ: φλὲψ γεώδης ( -ῶδες cod.) ἐν πέτραις ( μέτρ - cod.), Hsch.
κήμιψ: φλὲψ γεώδης ( -ῶδες cod.) ἐν πέτραις ( μέτρ - cod.), Hsch.
κήμιψ: φλὲψ γεώδης(-ῶδεςcod.)ἐν πέτραις(μέτρ- cod.), Hsch.