κημ-όω, (κημός)
A. muzzlea horse, X. Eq. 5.3 .
II. Medic., = φιμόω, τὸν ὀφθαλμόν Sch. Ar. Eq. 1147 .
III. fit with the
κημός
1.4
,πολιῷ δ' ἐπὶ πολλάκι λωτῷ κημωθεὶς(cj. Herm.forκνημωθεὶς) κώμους εἶχε σὺν Ἐξαμύῃ
Hermesian. 7.38
.
muzzle
κημ-όω, (κημός)
A. muzzlea horse, X. Eq. 5.3 .
II. Medic., = φιμόω, τὸν ὀφθαλμόν Sch. Ar. Eq. 1147 .
III. fit with the
κημός
1.4
,πολιῷ δ' ἐπὶ πολλάκι λωτῷ κημωθεὶς(cj. Herm.forκνημωθεὶς) κώμους εἶχε σὺν Ἐξαμύῃ
Hermesian. 7.38
.