κιβδηλ-εύω,
A. adulterate,κ, τὸ νόμισμα
Arist. EN 1165b12
: metaph., τὸ ἀρετῆς νόμισμα
Ph. 1.241
; [ νομίσματα] οὐ κεκιβδηλευμένα
Ar. Ra. 721
; of merchandise, Pl. Lg. 917b .
II. metaph.,εὖ κ. τι trickitout, E. Ba. 475 ;counterfeit, τἀληθῆ
Max.Tyr. 28.3
; τὴν ἀληθῆ προφητείαν
Ph. 2.343
, cf. 1.156 ( Pass. ).