κίδᾰφος,η,ον,
A. wily, Hsch. :—asSubst. κίδαφος,κιδάφη(cf.σκιδάφη),κινδάφη,κινδάφιος, = σκίνδαφος , Id., cf. Phot. ;κιδᾰφεύω, = πανουργέω , Hsch.
wily
κίδᾰφος,η,ον,
A. wily, Hsch. :—asSubst. κίδαφος,κιδάφη(cf.σκιδάφη),κινδάφη,κινδάφιος, = σκίνδαφος , Id., cf. Phot. ;κιδᾰφεύω, = πανουργέω , Hsch.