κιναρύζεσθαι: τὸ θρηνεῖν μετὰ τοῦ γογγύζειν, καὶ κινεῖσθαι, Hsch.
κίναρχος: ἄψυχος, Id.
κιναρύζεσθαι: τὸ θρηνεῖν μετὰ τοῦ γογγύζειν, καὶ κινεῖσθαι , Hsch. κίναρχος: ἄψυχος , Id.
κιναρύζεσθαι: τὸ θρηνεῖν μετὰ τοῦ γογγύζειν, καὶ κινεῖσθαι, Hsch.
κίναρχος: ἄψυχος, Id.