κίνδυν-ος,ὁ, heterocl. dat.κίνδῡνι(as if fromκίνδυν) Alc. 138 , cf. Sapph. 161 :—
A. danger, hazard, venture, whether abstract or concrete, πᾶσίν τοι κ. ἐπ' ἔργμασιν
Thgn. 585
, cf. 637 ; ὁ μέγας κ. ἄναλκιν οὐ φῶτα λαμβάνει
Pi. O. 1.81
;κ. γαλέης danger oforfromher, Batr. 9 ; κ. ἀϋτᾶς
Pi. N. 9.35
; τὸν κ. τῆς μάχης
Th. 2.71
;κίνδυνον ἀναρριπτέεινto runa risk, Hdt. 7.50 , etc.; ῥῖψαι
E. Rh. 154
; κἀνὰ κίνδυνον βαλῶ
A. Th. 1033
;κίνδυνον ἀναλαβέσθαι, ὑποδύεσθαι, Hdt. 3.69 , X. Cyr. 1.5.12 ;αἴρεσθαι, ἄρασθαι, ἀρεῖσθαι, E. Heracl. 504 , Antipho 5.63 , And. 1.11 ;ξυνάρασθαιTh.l.c.; ἐγχειρίσασθαι
Id. 5.108