LSJκίρκιοςGlossκίρκιος , ὁ , = θρασκίας , Agathem. 2.7 , Gloss. ; cf. κέρκιος, κιρκίας .κίρκιος,ὁ,A.= θρασκίας , Agathem. 2.7 ,Gloss.; cf.κέρκιος, κιρκίας.ReferencesAgathem. 2.7