κλειδουχ-έω, Att.
κληδ-,
A. to be a κλειδοῦχος, κ. θεᾶς to beherpriestess, E. IT 1463 : abs., - οῦντος Ἀρίστωνος
OGI 170
(Delos,ii/i B.C.).
II. γλώσσης πικροῖς κέντροισι κλῃδουχούμενοι, perh.kept in check, E. HF 1288 .
to be a
κλειδουχ-έω, Att.
κληδ-,
A. to be a κλειδοῦχος, κ. θεᾶς to beherpriestess, E. IT 1463 : abs., - οῦντος Ἀρίστωνος
OGI 170
(Delos,ii/i B.C.).
II. γλώσσης πικροῖς κέντροισι κλῃδουχούμενοι, perh.kept in check, E. HF 1288 .