κληρ-ωτός,ή,όν,
A. appointed by lot, δύναμις
Pl. Lg. 692a
; βασιλεῖς
Id. Plt. 291a
;τὰ κ., opp.τὰ αἱρετά, Id. Lg. 759b , cf. Isoc. 12.153 , etc.;ἀρχὴ κ., opp.χειροτονητή, Lex ap. Aeschin. 1.21 , cf. SIG 589.38 ( Magn. Mae.,ii B.C.); δημοκρατικὸν μὲν . . τὸ κληρωτὰς εἶναι τὰς ἀρχάς, τὸ δ' αἱρετὰς ὀλιγαρχικόν
Arist. Pol. 1294b8
, cf. 1266a9 , al.