LSJκλῃστόςGlossκλῃστός , v. κλειστός . κλῄσω , fut. of κλῄω (q.v.) and κλῄζω .κλῃστός,A.v. κλειστός .κλῄσω,fut.ofκλῄω(q.v.) andκλῄζω.Related Lemmasκλῄσω