κλισμός,ὁ(fem. only in Theoc. 15.85 ), (κλίνω)
A. couch, κλισμούς τε θρόνους τε
Od. 1.145
; χρύσεοι κ.
Il. 8.436
; κ. βασιλήϊος
Thgn. 1191
, cf. Hp. Mul. 2.149 , E. Or. 1440 (lyr.); κ. δίφροιο
Arat. 251
.
II. inclination, slope, Arist. Col. 792a22 .
couch
κλισμός,ὁ(fem. only in Theoc. 15.85 ), (κλίνω)
A. couch, κλισμούς τε θρόνους τε
Od. 1.145
; χρύσεοι κ.
Il. 8.436
; κ. βασιλήϊος
Thgn. 1191
, cf. Hp. Mul. 2.149 , E. Or. 1440 (lyr.); κ. δίφροιο
Arat. 251
.
II. inclination, slope, Arist. Col. 792a22 .