κλοῖστρονorκλῷστρον,τό, prob.
A.
= κλεῖστρον , Hsch.
κλοιτοιμωγεῖς: ἀκουσταὶ θρήνου, Id. (fort.κλύετ' οἰμωγῆς: ἀκούετε θρήνου).κλοιώτης,ου,ὁ,wearing a collar, hence, = δεσμώτης , Id.;κλοιωτός,ή,όν, Id.
wearing a collar
κλοῖστρονorκλῷστρον,τό, prob.
A.
= κλεῖστρον , Hsch.
κλοιτοιμωγεῖς: ἀκουσταὶ θρήνου, Id. (fort.κλύετ' οἰμωγῆς: ἀκούετε θρήνου).κλοιώτης,ου,ὁ,wearing a collar, hence, = δεσμώτης , Id.;κλοιωτός,ή,όν, Id.