κλόνις,ιος,ἡ,
A. os sacrum, Antim. 65 :κλόνιον,τό, = ἰσχίον, ῥάχις, ὀσφύς , Hsch. :κλονιστήρ,ὁ, = παραμήριος μάχαιρα, παρίσχιον , Id. (Cf. Skt.śróṇis'haunch', Lat.clūnis.)
os sacrum
κλόνις,ιος,ἡ,
A. os sacrum, Antim. 65 :κλόνιον,τό, = ἰσχίον, ῥάχις, ὀσφύς , Hsch. :κλονιστήρ,ὁ, = παραμήριος μάχαιρα, παρίσχιον , Id. (Cf. Skt.śróṇis'haunch', Lat.clūnis.)