LSJκνῑσοτηρητήςGlossκνῑσοτηρητής , οῦ , ὁ , = κνισοδιώκτης , Com.Adesp. 1042 .κνῑσοτηρητής,οῦ,ὁ,A.= κνισοδιώκτης , Com.Adesp. 1042 .ReferencesCom.Adesp. 1042