κνυζ-ός,ή,όν,
A. cloudy, misty, ἀήρ
Hsch.
II. of persons,blear-eyed, Id.; κνυζή τις ἤδη καὶ πέπειρα γίνομαι
Anacr. 87
(κνύζη, κνίζηcodd.).
cloudy, misty
κνυζ-ός,ή,όν,
A. cloudy, misty, ἀήρ
Hsch.
II. of persons,blear-eyed, Id.; κνυζή τις ἤδη καὶ πέπειρα γίνομαι
Anacr. 87
(κνύζη, κνίζηcodd.).