LSJκογχ-ώδηςGlossκογχ-ώδης , ες , f.l. for κοχλιώδης , Ath. 3.86b .κογχ-ώδης,ες,A.f.l. for κοχλιώδης , Ath. 3.86b .ReferencesAth. 3.86b