κοιτ-αῖος,α,ον , ̔κοίτη)
A. abed,κ. γίγνεσθαι ἐν τῇ χώρᾳtopass the nightin the country, Decr. ap. D. 18.37 ; butτάξας ἡμέραν ἐν ᾗ δεήσει πάντας ἐν Ἀριμίνῳ γενέσθαι κ. encamp, Plb. 3.61.10 ; κ. ἔρχεσθαι
Id. Fr. 177
.
II. Subst.,τὸκ.,
= κοίτη
1.2 ,lairof a wild beast, Plu. TG 9 .
2. τὰκ. ἐπισπένδεινtake alast cup, 'night-cap', Hld. 3.4 .