LSJκοκκούμιονGlossκοκκούμιον , v. κουκούμιον . κοκκοχλύζειν: συλλαβίζειν , Hsch.κοκκούμιον,A.v. κουκούμιον .κοκκοχλύζειν: συλλαβίζειν, Hsch.ReferencesHsch.Related Lemmasκοκκοχλύζειν: