κολεόν, Ep. and Lyr. usu.κουλεόν,τό,
A. sheath, scabbard, ἕλκετο δ' ἐκ κολεοῖο μέγα ξίφος
Il. 1.194
; κολεῷ μὲν ἄορ θέο
Od. 10.333
; ἂψ δ' ἐς κουλεὸν ὦσε μέγα ξίφος
Il. 1.220
; ξίφεος μέγα κουλεόν
3.272
; ἀτὰρ περὶ κουλεὸν ἦεν ἀργύρεον
11.30
, cf. Od. 11.98 , Pi. N. 10.6 ; κολεῶν ἐρυστὰ . . ξίφη
S. Aj. 730
; φάσγανον κώπης λαβὼν ἐξεῖλκε κολεοῦ
E. Hec. 544
; ἐν κολεῷ
X. Cyr. 1.2.9