ἀμφικᾰλύπτω,fut.
A.
-ψω
A.R. 2.583
:aor. -ψα, v.infr.
I. c.acc.,enwrap, enfold,of garments, Il. 2.262 ; of a coffin, ἀ. ὀστέα
23.91
;ἐπὴν πόλις ἀμφικαλύψῃ δουράτεον μέγαν ἵππον received withinit, Od. 8.511 , cf. 4.618 ;ἔρως φρένας ἀμφεκάλυψε love enfoldedmy senses, Il. 3.442 ; θάνατος δέ μιν ἀμφεκάλυψε
5.68
, cf. 12.116 ; θανάτου δὲ μέλαν νέφος ἀμφεκάλυψε
16.350
; ἀμφὶ δὲ ὄσσε κελαινὴ νὺξ ἐκάλυψε
11.356
; [ ὕπνος] βλέφαρ' ἀμφικαλύψας