κολυμβ-άω( Dor.
κολυμβ-φάωacc. to EM 526.2 ),
A. dive, plunge headlong, εἰς τὸν Τάρταρον
Pherecr. 108.21
; εἰς τὰ φρέατα
Pl. Prt. 350a
, cf. La. 193c , Str. 17.1.44 , etc.; εἰς κολυμβήθραν μύρου
Alex. 300
.
2. swim, τοὺς δυναμένους κολυμβᾶν
Act.Ap. 27.43
, cf. Hippiatr. 26 .