LSJἀμφίκεστον:Glossἀμφίκεστον: περιτμητὸν ἢ περιγραφόμενον, Hsch. (Fort. -ξεστον. )ἀμφίκεστον: περιτμητὸν ἢ περιγραφόμενον,Hsch. (Fort.-ξεστον.)