κομάω, Ion.
κολυμβ-έω, (κόμη)
A. let the hair grow long, Ἄβαντες ὄπιθεν κομόωντες
Il. 2.542
; κάρη κομόωντες Ἀχαιοί
3.43
, al.; κ. τὴν κεφαλήν
Hdt. 4.168
;τὰ ὀπίσω κ. τῆς κεφαλῆςib. 180 ;τὰ ἐπὶ δεξιὰ τῶν κεφαλέων κ.ib. 191 ; τὸ γένειον τῇ κεφαλῇ ὁμοίως κ.
X. Smp. 4.28
; ξανθοτάτοις βοτρύχοισι κ.
Pherecr. 189
; ἄρσεσιν οὐκ ἐπέοικε κ.
Ps.-Phoc. 212
; Λακεδαιμόνιοι . . οὐ γὰρ κομῶντες πρὸ τούτου ἀπὸ τούτου κομᾶν
Hdt. 1.82
, cf. Arist. Rh. 1367a29 , Philostr. VA 3.15 ; ἐλακωνομάνουν ἅπαντες . . , ἐκόμων