κομέω(A), Ep.
impf.
A.
κομέεσκον
Od. 24.390
:— Ep. Verb,take care of, tend, in Il. of horses, τούτω μὲν θεράποντε κομείτων
8.109
, cf. 113 , h.Ap. 236 ; of dogs, Od. 17.310 , 319 , Hes. Op. 604 ; elsewh. in Od. always of men, γέροντα ἐνδυκέως κομέεσκεν
24.390
, cf. 6.207 , etc.; of children, σὺ δὲ τοὺς κομέειν ἀτιταλλέμεναί τε
11.250
; κούρην . . κομέουσι τοκῆες
IG 3.1335
, cf. Supp.Epigr. 1.567 (Karanis,iii B.C.). (Prob. cogn. withκάμνω, q.v.)