κομπ-ώδης,ες,
A. boastful, vainglorious, κομπωδεστέρα προσποίησις
Th. 2.62
; τὸ ἀνθρώπειον κ.
Id. 5.68
; τὸ κ. καὶ σοβαρόν
Plu. Sull. 16
.Adv.-δῶςSch. Th. 8.81 .
boastful, vainglorious
κομπ-ώδης,ες,
A. boastful, vainglorious, κομπωδεστέρα προσποίησις
Th. 2.62
; τὸ ἀνθρώπειον κ.
Id. 5.68
; τὸ κ. καὶ σοβαρόν
Plu. Sull. 16
.Adv.-δῶςSch. Th. 8.81 .