κονᾰβ-ίζω,
A.
= κοναβέω, περὶ στήθεσσι δὲ χαλκὸς σμερδαλέον κονάβιζε
Il. 13.498 , cf. 21.255 ; αὐτὰρ ὑπὸ χθὼν σμ. κον. ποδῶν
2.466
, cf. Orph. H. 38.9 .
κονᾰβ-ίζω , = κοναβέω, περὶ στήθεσσι δὲ χαλκὸς σμερδαλέον κονάβιζε Il. 13.498 , cf. 21.255 ; αὐτὰρ ὑπὸ χθὼν σμ. κον. ποδῶν 2.466 , cf. Orph. H. 38.9 .
κονᾰβ-ίζω,
A.
= κοναβέω, περὶ στήθεσσι δὲ χαλκὸς σμερδαλέον κονάβιζε
Il. 13.498 , cf. 21.255 ; αὐτὰρ ὑπὸ χθὼν σμ. κον. ποδῶν
2.466
, cf. Orph. H. 38.9 .