κονί-α, Ion. and Ep.
κονι-ίη,ἡ, (κόνις):
1. dust, ποδῶν ὑπένερθε κ. ἵστατ' ἀειρομένη
Il. 2.150
; ὑπὸ δέ σφισιν ὦρτο κ.
11.151
: in pl., κὰδ δ' ἔπες' ἐν κονίῃσι
Od. 18.98
; ἐν κονίῃσι πεσών
Il. 17.315
, etc.; πρηνέες ἐν κονίῃσιν
2.418
, cf. Hes. Sc. 365 ; μιάνθησαν δὲ ἔθειραι αἵματι καὶ κονίῃσι
Il. 16.796
: also Trag. in lyr., A. Ag. 64 , E. Andr. 112 , Supp. 821 .
2. sand, Il. 21.271 .
3. ashes, in pl., κατ' ἄρ' ἕζετ' ἐπ' ἐσχάρῃ ἐν κονίῃσι