κοράσσει: ὀρχεῖται, καὶ ἄκλητος ἐλήλυθε, Hsch. :—alsoκοράττειν: κορακεύεσθαι, Id.
κοράσσει:
Gloss
κοράσσει: ὀρχεῖται, καὶ ἄκλητος ἐλήλυθε , Hsch. :—also κοράττειν: κορακεύεσθαι , Id.
κοράσσει: ὀρχεῖται, καὶ ἄκλητος ἐλήλυθε , Hsch. :—also κοράττειν: κορακεύεσθαι , Id.
κοράσσει: ὀρχεῖται, καὶ ἄκλητος ἐλήλυθε, Hsch. :—alsoκοράττειν: κορακεύεσθαι, Id.