LSJἀμφικύμωνGlossἀμφικύμων , ον , gen. ονος , = ἀμφίκλυστος , B. 15.16 .ἀμφικύμων,ον, gen.ονος,A.= ἀμφίκλυστος , B. 15.16 .ReferencesB. 15.16