κορέω(A),
A. sweep out, δῶμα κορήσατε ποιπνύσασαι
Od. 20.149
; τὴν αὐλὴν κόρει
Eup. 157
; κ. τὸ παιδαγωγεῖον
D. 18.258
.
II.
= ἐξυβρίζω , Hsch. : henceκεκορημένος, sens. obsc., Anacr. 5 .
sweep out
κορέω(A),
A. sweep out, δῶμα κορήσατε ποιπνύσασαι
Od. 20.149
; τὴν αὐλὴν κόρει
Eup. 157
; κ. τὸ παιδαγωγεῖον
D. 18.258
.
II.
= ἐξυβρίζω , Hsch. : henceκεκορημένος, sens. obsc., Anacr. 5 .